Ζούμε σε μια εποχή που συχνά αποκαλούμε “εκκοσμικευμένη”. Οι κοινωνίες μας μοιάζουν να έχουν απομακρυνθεί από τη θρησκεία. Όμως, κάτω από την επιφάνεια αυτής της φαινομενικής απόστασης, υπάρχει κάτι παράδοξο: η ανάγκη για πνευματικότητα δεν έχει χαθεί. Απλώς έχει αλλάξει μορφή.
Αυτό ακριβώς περιγράφει ο όρος αμφίσημη εκκοσμίκευση. Πρόκειται για την ιδέα ότι η απομάκρυνση από τη θρησκεία δεν οδηγεί απαραίτητα στην απουσία του ιερού, αλλά στη μεταμόρφωσή του.
Η “εκκοσμίκευση” συχνά νοείται ως αποθρησκειοποίηση: η μετακίνηση της κοινωνίας από το ιερό προς το κοσμικό. Όμως, η αμφίσημη εκκοσμίκευση δείχνει ότι η ιστορία δεν είναι τόσο γραμμική. Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να μην πηγαίνει στην εκκλησία, αλλά διαλογίζεται. Μπορεί να μη διαβάζει το Ευαγγέλιο, αλλά αναζητά “ενέργεια”, “σύμπαν”, “ισορροπία”. Αναζητά δηλαδή τον Θεό χωρίς να Τον ονομάζει.
Η πίστη δεν εξαφανίζεται, διαχέεται. Αντί να κατοικεί σε θεσμούς, μετακινείται μέσα στην καθημερινότητα: στην τέχνη, στη μουσική, στην ψυχολογία, στη σχέση με τη φύση, στην ανάγκη για αυθεντικότητα. Ο άνθρωπος συνεχίζει να διψά για το άπειρο, απλώς δεν το αποκαλεί πλέον «Θεό».
Γι’ αυτό η εκκοσμίκευση είναι “αμφίσημη”. Από τη μία πλευρά, απομακρύνει τον άνθρωπο από την πίστη, κάνει τον Θεό να φαίνεται μακρινός, προαιρετικός, σχεδόν περιττός. Από την άλλη, δημιουργεί νέες μορφές αναζήτησης.
Η τέχνη είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της αμφισημίας. Οι σύγχρονοι δημιουργοί μιλούν για φως, σκοτάδι, αγάπη, λύτρωση, θάνατο; με τρόπο που συχνά θυμίζει προσευχή χωρίς θρησκεία.
Η αμφίσημη εκκοσμίκευση δεν είναι πτώση, αλλά μετατόπιση. Δεν είναι το τέλος της πίστης, αλλά η αλλαγή της γλώσσας της. Ο άνθρωπος του σήμερα δεν πιστεύει λιγότερο, πιστεύει διαφορετικά. Δεν αναζητά έναν Θεό στα σύννεφα, αλλά ένα νόημα στο βλέμμα του άλλου, στη μουσική που τον συγκινεί, στην πράξη που τον ενώνει με κάτι μεγαλύτερο.
Η αμφίσημη εκκοσμίκευση είναι το σημείο όπου ο κόσμος δεν αρνείται το ιερό, απλώς δεν ξέρει πώς να το ονομάσει. Και ίσως αυτή η σιωπηλή αναζήτηση να είναι και ένας πιο ειλικρινής τρόπος πίστης, μια πίστη χωρίς βεβαιότητες, που όμως παραμένει βαθιά ανθρώπινη.















