Στον Κήπο της Εδέμ, ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο τα πάντα. Μόνο ένα όριο έβαλε:
«Από παντός δένδρου του παραδείσου φάγεσθε· από δε του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, ου φάγεσθε.» (Γένεση 2:16–17)
Όχι, γιατί ήθελε να τους στερήσει κάτι,
αλλά γιατί ήθελε να τους μάθει εμπιστοσύνη.
Και τότε το φίδι ψιθύρισε:
«Ου θανάτω αποθανείσθε· αλλ’ ήδει ο Θεός ότι… θα γίνετε σαν Θεοί.» (Γένεση 3:4–5)
Εκεί γεννήθηκε η πρώτη περιέργεια.
Η Εύα δεν πείναγε. Δεν της έλειπε τίποτα.
Απλώς ήθελε να δει, να γνωρίσει, να δοκιμάσει.
Και αυτή η επιθυμία για “κάτι παραπάνω”
έγινε η πρώτη ρωγμή στην εμπιστοσύνη της προς τον Θεό.
Η περιέργεια μετατράπηκε σε ύβρη,
όχι “θέλω να μάθω”, αλλά “θέλω να είμαι εγώ ο Θεός”.
Η Εύα δεν έψαχνε τη γνώση για να γνωρίσει τον Θεό,
την ήθελε για να Τον αντικαταστήσει.
Και εκεί βρίσκεται η ουσία κάθε αμαρτίας:
να πάρει ο άνθρωπος τον θρόνο που δεν του ανήκει.
Αυτό που ξεκίνησε σαν μια μικρή απορία,
(“Γιατί να μη φάω από αυτό το δέντρο;”)
έγινε τελικά η πτώση ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Γιατί, πίσω από την περιέργεια,
κρυβόταν η αμφιβολία:
“Μήπως ο Θεός δε μου λέει όλη την αλήθεια;”
Και μόλις η εμπιστοσύνη χάθηκε,
μπήκε στη θέση της ο φόβος, η ντροπή, η απομάκρυνση.
Στον Χριστό βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο.
Εκείνος δεν αμφισβήτησε ποτέ τον Πατέρα,
ούτε θέλησε να γίνει κάτι πέρα απ’ Αυτόν.
Αντίθετα, είπε:
«Οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ.» (Ματθαίος 26:39)
Με αυτόν τον τρόπο αντέστρεψε την πτώση του Αδάμ και της Εύας.
Εκεί όπου η περιέργεια γέννησε την αμαρτία,
η ταπείνωση έφερε τη σωτηρία.
➡️ Η πρώτη αμαρτία δεν ήταν η πείνα,
ήταν η περιέργεια χωρίς εμπιστοσύνη.
Και η πρώτη σωτηρία δεν είναι η γνώση,
είναι η ταπεινή καρδιά που ξέρει πότε να υποτάζεται.

















