Στο Demon Slayer, κάθε φορά που ένας δαίμονας πεθαίνει, το σώμα του διαλύεται. Δε μένει ούτε αίμα, ούτε κόκαλο, ούτε ίχνος από τη φυσική του υπόσταση. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Το φαινόμενο αυτό, πέρα από εντυπωσιακό οπτικά, έχει κάτι τραγικά ποιητικό: οι δαίμονες εξαφανίζονται όχι γιατί νικήθηκαν απλώς, αλλά γιατί έχουν ήδη αναιρέσει μέσα τους το ίδιο το δώρο της ζωής.
Η σκέψη αυτή φέρνει μια θλίψη. Οι δαίμονες του Demon Slayer δεν είναι απλώς τέρατα — είναι ψυχές που υπέκυψαν στην απελπισία, στον φόβο και στην επιθυμία για αθανασία χωρίς φως. Η ύπαρξή τους δεν αφήνει αποτύπωμα, γιατί έχει αποκοπεί από την αγάπη. Δεν έχουν πια ρίζες στον κόσμο, καμία σχέση με το δώρο της δημιουργίας. Είναι σαν να επέλεξαν το τίποτα, τη λήθη, τη μη ύπαρξη.
Στη χριστιανική παράδοση, ο άνθρωπος υπάρχει επειδή μετέχει στο Θείο φως; γιατί είναι φορέας πνοής, εικόνα και ομοίωση του Θεού. Η ζωή δεν είναι απλώς βιολογική λειτουργία, αλλά μετοχή στην αγάπη. Ο δαίμονας, αντιθέτως, αρνείται αυτή τη σχέση. Δεν είναι τόσο το κακό που τον εξαφανίζει, όσο η απομάκρυνσή του από την αγάπη — η άρνηση να αγαπηθεί ή να αγαπήσει. Έτσι, όταν πεθαίνει, δεν έχει τίποτα να επιστρέψει στη γη, γιατί τίποτα αληθινό δεν έχει κρατήσει.
Ο Τάντζιρο, ο κυνηγός τους, δε χαίρεται στη θέα της εξαφάνισής τους. Κάθε φορά που ένας δαίμονας λιώνει στο φως, ο ίδιος σκύβει με συμπόνια. Αντιλαμβάνεται ότι αυτό που βλέπει δεν είναι η νίκη του καλού πάνω στο κακό, αλλά η τελική απώλεια ενός πλάσματος που δε βρήκε τον δρόμο του πίσω στην αγάπη. Αυτή η ευαισθησία του δεν είναι αδυναμία; είναι πνευματική επίγνωση. Είναι η αναγνώριση ότι ακόμη και στο σκοτάδι υπήρχε κάποτε ένα παιδί που πονούσε.
Το γεγονός ότι οι δαίμονες εξαφανίζονται χωρίς να αφήνουν ίχνος μοιάζει με εικόνα πνευματικής λήθης: μια ύπαρξη χωρίς αγάπη δεν έχει μνήμη, δεν έχει βαρύτητα. Στον κόσμο του Demon Slayer, η λήθη αυτή είναι το τελικό στάδιο της απώλειας — όχι τιμωρία, αλλά φυσικό αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από τη ζωή. Ο φόβος, όταν γίνει σκοτάδι, διαλύει ακόμη και την ύλη.
Μπορεί κανείς να το δει και συμβολικά: κάθε φορά που ο άνθρωπος ζει μόνο για να υπηρετήσει τον εγωισμό, τη φιλοδοξία ή τον φόβο του, ένα κομμάτι του σβήνει. Όχι, με θεαματικό τρόπο, αλλά ξεχνιέται αθόρυβα από τον ίδιο του τον εαυτό. Το φως, όμως, δεν εξαφανίζει, αποκαλύπτει. Και έτσι, μέσα από τον θάνατο των δαιμόνων, το anime μας θυμίζει πως η αληθινή σωτηρία δεν είναι να επιβιώσεις, αλλά να μείνεις ενωμένος με την πηγή της αγάπης.
Στην ιστορία, υπάρχουν στιγμές που ο Τάντζιρο βλέπει στα μάτια ενός δαίμονα μια ανάμνηση παιδική, μια στιγμή τρυφερότητας που δε χάθηκε τελείως. Και εκεί, λίγο πριν ο δαίμονας εξαφανιστεί, το φως του ήλιου μοιάζει με χάρη, σαν μια τελευταία ευκαιρία συμφιλίωσης. Το σώμα χάνεται, αλλά ίσως η ψυχή αναπαύεται.
Οι δαίμονες του Demon Slayer δεν αφήνουν κόκαλα γιατί δεν κουβαλούν πια ζωή όμως, μέσα από τον θάνατό τους, μας αφήνουν ένα μήνυμα: ότι η ύπαρξη χωρίς αγάπη χάνεται, και μόνο η αγάπη δίνει υπόσταση, βαρύτητα και μνήμη. Ο κόσμος τους ξεχνά, γιατί πρώτοι αυτοί ξέχασαν το φως.
Και έτσι, κάθε φορά που ένας δαίμονας λιώνει στο φως, δε βλέπουμε απλώς το τέλος του κακού; βλέπουμε τη σιωπηλή υπενθύμιση ότι η ζωή υπάρχει μόνο εκεί όπου υπάρχει αγάπη.

















